Έχουν γραφτεί πολλά κείμενα για την ψυχολογία στη διάρκεια των γιορτινών ημερών, τα οποία όμως αυτές τις μέρες είναι επίκαιρα. Η αλήθεια είναι ότι για πολλούς ανθρώπους οι γιορτές δεν είναι απαραίτητα περίοδος ξεκούρασης και μία ευκαιρία για ν’ ανταμώσουν με τους δικούς τους. Είναι μία περίοδος κατά την οποία δυσκολεύονται και αγχώνονται περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως. Και σε αυτούς τους ανθρώπους θα αναφερθώ στο παρόν κείμενο.
Η αλήθεια είναι ότι, όσο και αν παραπονιόμαστε, η δουλειά μπορεί να μας προσφέρει μια δομή και μια ρουτίνα που είναι πολύ χρήσιμη στην καθημερινότητά μας. Τα πράγματα είναι δεδομένα και ο ελεύθερος χρόνος συγκεκριμένος. Και ακόμα, όταν υπάρχει ελεύθερος χρόνος, είναι προαποφασισμένο πώς θα αξιοποιηθεί. Με αυτή την έννοια, η γιορτινή περίοδος είναι μια εξαίρεση στην πραγματικότητά μας. Εκεί χρειάζεται να επιστρατεύσουμε τη δημιουργικότητα και την έμπνευσή μας, ώστε να σχεδιάσουμε μία πρόσκαιρη συνθήκη από όπου θα πάρουμε χαρά και γενικότερα θετικά συναισθήματα. Δεν είναι δεδομένο ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τέτοια εργαλεία στη διάθεσή τους.
Εδώ θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα. Ας επισημάνω όμως πρώτα, γιατί απ’ ό,τι φαίνεται από καιρό σε καιρό χρειάζεται, ότι τα παραδείγματα στα οποία αναφέρομαι είναι επαρκώς παραλλαγμένα και απαλλαγμένα από λεπτομέρειες, ώστε να μην φέρουν σε δύσκολη θέση τους ανθρώπους που με εμπιστεύονται. Ο Κ. ήταν ένας νεαρός άνδρας που έβλεπα πριν από καιρό. Από όταν είχε έρθει να με συναντήσει, ήταν έντονη η πεποίθησή του ότι η ζωή των άλλων ανθρώπων είναι πολύ πιο οργανωμένη και θελκτική από τη δική του. Αυτή η πεποίθηση γινόταν πιο ακλόνητη κατά τη διάρκεια των εορτών. Όλοι οι άλλοι άνθρωποι περνούσαν συναρπαστικά, με πλήθος προσκλήσεων για συναντήσεις και πάρτυ, απ’ όπου μόνο εκείνος έμενε απ’ έξω. Αυτό τον έκανε να νιώθει όλο και πιο άσχημα, τον αδρανοποιούσε και τον δυσκόλευε να παράξει λύσεις, ώστε να εμπλουτίσει τη ζωή του. Την περίοδο των γιορτών αυτή η δυσκαμψία μεγάλωνε και η βουτιά στη μελαγχολία και την κατάθλιψη φαινόταν αναπόφευκτη. Αυτή η ιστορία είναι πολύ πιο κοινή απ’ όσο φαίνεται στην πραγματικότητα. Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται από το παράπονο ότι οι άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα από τους ίδιους και, όταν αυτό αποτυπώνεται τόσο έντονα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το παράπονο γίνεται πεποίθηση και ορίζει τη ζωή τους.
Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον εαυτό και στους άλλους, όπου οι άλλοι φαντασιώνονται όχι μόνο ως επαρκείς αλλά και ως αξιότεροι, πολλές φορές κάνει αναπόφευκτη την αντανάκλαση του εαυτού ως λίγου, αποτυχημένου, ανάξιου. Ακόμα κι όταν στηρίζεται σε κάτι σαθρό, όπως η «αναγκαστική» γιορτινή ευδαιμονία. Όταν συνοδεύεται και από τον απολογισμό που συνεπάγεται το τέλος μιας ημερολογιακής χρονιάς, τα πράγματα περιπλέκονται. Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να δουν το καλό κοιτώντας πίσω τους. Η αλήθεια είναι ότι αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουν μάθει να ρίχνουν καταξιωτικές ματιές στον εαυτό τους. Σίγουρα μπορεί να υπάρχουν πολύ δύσκολα βιώματα που να στιγματίζουν μία χρονιά. Μια απώλεια, μία ασθένεια, ένας χωρισμός ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμα όμως και αν κάποιος είναι κλειστός εκείνη τη στιγμή, απομακρυνόμενος από την εμπειρία ίσως μπορέσει να διακρίνει και κάτι πέρα από τη δυσκολία.

