Μια πετυχημένη ιστορία ψυχοθεραπείας

Μια πετυχημένη ιστορία ψυχοθεραπείας

Μια πετυχημένη ιστορία ψυχοθεραπείας

Η αλήθεια είναι ότι έχω κάμποσο καιρό να γράψω κάτι για το site. Υπάρχει όμως κάποιος λόγος γι’ αυτό: οι περισσότεροι νέοι θεραπευόμενοι που έρχονται στο γραφείο μου από την ιστοσελίδα μου λένε ότι τα κομμάτια που τους ακούμπησαν περισσότερο ήταν τα άρθρα ψυχολογίας που αναφέρονται σε προσωπικά βιώματα, δικά μου ή των θεραπευόμενων. Κι αυτό είναι απόλυτα λογικό. Αυτά όμως είναι κι αυτά που απαιτούν τον περισσότερο χρόνο, την περισσότερη προσοχή και τη μεγαλύτερη έμπνευση για να τα γράψει κανείς.
Την έμπνευση μου την έδωσε χθες μια θεραπευόμενη που με ρώτησε: πόσες φορές πρέπει να φύγω από εδώ θυμωμένη και κλαμένη για να αρχίσω να βλέπω αποτελέσματα; (από την ψυχοθεραπεία). Ένιωσα την αγωνία της. Όσο κι αν υποστηρίζω τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας σε προσωπικό και -προφανώς- επαγγελματικό επίπεδο, δεν μπορώ να μην αντιλαμβάνομαι ότι κάποιες φορές αυτό το “ταξίδι” μπορεί να είναι δύσκολο, απαιτητικό, ματαιωτικό, γεμάτο αγωνία, προτού αρχίσει κανείς να βρίσκει τη γαλήνη και την ευχαρίστηση. Κάποιοι θεραπευόμενοι εγκαταλείπουν στη μέση της διαδρομής. Ποιος είπε άραγε ότι πρόκειται για εύκολο ταξίδι;

Κάποιοι όμως αντέχουν. Δυσκολεύονται και με δυσκολεύουν. Αλλά μένουμε και οι δύο δεσμευμένοι για να τα καταφέρουμε. Για να αντέξουμε να πορευτούμε μέσα σε τραύματα, ματαιώσεις και ανεκπλήρωτα όνειρα και να φτάσουμε σε εμπιστοσύνη, ηρεμία, επιθυμίες και ικανοποίηση από τη ζωή. Μια τέτοια ιστορία είναι και η ιστορία αυτού του άρθρου, το οποίο γράφτηκε με τη -χαρούμενη κι αβίαστη- συγκατάθεση της θεραπευόμενης και με απόλυτο σεβασμό στη θεραπεία της. Προφανώς και έχουν γίνει όσες αλλαγές ήταν απαραίτητες.

Η Μ. ήρθε στο γραφείο μου τυχαία. Έψαχνε μία ψυχολόγο που είχε συναντήσει ως έφηβη και την οποία έλεγαν Εύη και είχε το γραφείο της στα νότια προάστια. Ο σύντροφός της λοιπόν, θέλοντας να την κάνει να νιώσει οικεία, της βρήκε μία συνονόματη ψυχολόγο (!). Πιο τυχαία δε θα μπορούσε να είναι η συνάντησή μας, αφού συνήθως κάποιος/α έρχεται είτε συστημένος, είτε μέσω της ιστοσελίδας μου, όπου κάτι του/της κινεί το ενδιαφέρον.

Μπήκε στο γραφείο μου σκυθρωπή, κάνοντας αμέσως σχόλιο για την ηλικία μου και πόσο διαφορετική με περίμενε. Είχαν να μου κάνουν σχόλιο για την ηλικία μου κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που είχα πρωτοαρχίσει να εξασκώ το επάγγελμα και το άγχος ήταν προφανές. Αφού της είπα χαμογελαστή την ηλικία μου, μου είπε ότι φαίνομαι αρκετά μικρότερη και εγώ την ευχαρίστησα θεωρώντας ότι αυτό είναι μάλλον προσόν για μία γυναίκα. Εκείνη όμως δεν αντιλήφθηκε την καλή μου διάθεση και μου είπε κοφτά: “ελπίζω να μη με ειρωνεύεσαι”.

Τίποτα στην πρώτη μας συνάντηση δε φανέρωνε τη βαθιά και ουσιαστική σχέση που θα δομούσα στο μέλλον με αυτήν την κοπέλα. Αυτό που ήταν σίγουρο είναι ότι επρόκειτο για μία θεραπευόμενη τόσο πονεμένη, αλλά με πολύ γερές άμυνες..
Κάθε απόπειρά μου να της εκφράσω συμπαράσταση ή κατανόηση έπεφτε στο κενό. Άκουγα από εκείνη σχόλια όπως “με λυπάσαι, ε, με λυπάσαι;” ή “δε νομίζω ότι με ξέρεις για να κάνεις τέτοιου είδους σχόλια”, “αυτά λένε όλοι οι ψυχολόγοι;” Μετά από κάποιους μήνες είχα αρχίσει ν’ απογοητεύομαι. Ήταν προφανές ότι δεν μπορούσα να πλησιάσω αυτήν την κοπέλα. Σαν κάθετι που έλεγα ή έκανα να ερμηνευόταν με τον πιο κακόπιστο τρόπο. Ήταν όμως συνεπέστατη στις συναντήσεις μας. Αποφάσισα να πιαστώ απ’ αυτό. Ήταν μια φοιτήτρια που ερχόταν από την άλλη άκρη της Αθήνας, επένδυε χρόνο και χρήματα σε μία διαδικασία που ισχυριζόταν ότι δεν της πρόσφερε κάτι.

Εκείνη η συνεδρία μας ήταν από τις πιο ουσιώδεις. Τι ήθελε από εμένα και από τη θεραπεία της; Ένιωθε ότι μπορούσα να τη βοηθήσω; Μπορούσε κανείς να τη βοηθήσει; Κι αν όλο αυτό που της συνέβαινε ήταν αβάσταχτο, γιατί μου το έκανε τόσο δύσκολο να την βοηθήσω ν’ ανακουφιστεί; Μοιράστηκα κι εγώ μαζί της με μεγάλη ειλικρίνεια τα συναισθήματα που είχα γι’ αυτήν και για πρώτη φορά είδα ένα διαφορετικό πρόσωπό της. Πιο ανθρώπινο και πιο ευάλωτο. Αυτή η συνάντηση είχε αλλάξει τη σχέση μας.

Εδώ θα κάνω μία παρένθεση. Έχουν κλάψει πολλοί άνθρωποι και κάμποσες φορές στο γραφείο μου. Υπάρχουν διαφόρων ειδών κλάματα. Κλάμα θυμού, κλάμα παραπόνου, κλάμα συγκίνησης, ανακούφισης, κλάμα οδύνης. Στο κλάμα οδύνης συχνά παραμορφώνεται το πρόσωπο του ανθρώπου. Πολλές φορές είναι και βουβό, αλλά και θεραπευτικό.

Οι συναντήσεις μας από εκεί και πέρα είχαν τα πάνω και τα κάτω τους. Κάπως σαν τη ζωή του ανθρώπου. Αλλά σίγουρα είχαν αλλάξει.
Χρειαστήκαμε κάμποσους μήνες, αλλά τα καταφέραμε. Η Μ. ήταν από τους θεραπευόμενους που αξιοποίησαν τη θεραπεία τους στο έπακρο. Έκανε αξιοθαύμαστες αλλαγές στη ζωή της και κατάφερε να μην ορίζει το παρελθόν τη ζωή της, αλλά η ίδια. Ήταν από τους θεραπευόμενους που δυσκολεύτηκα να αποχαιρετήσω,ήμουν όμως τόσο χαρούμενη γι’ αυτή. Είχε καταφέρει να κάνει δίκη της τη φωνή του ψυχολόγου, τη δική μου φωνή. Να παρέχει δηλαδή η ίδια στον εαυτό της στήριξη και συμπαράσταση και ξέρει πια να ζητάει βοήθεια όποτε τη χρειάζεται. Φέτος κάναμε τρεις συναντήσεις, μία κάθε λίγους μήνες δηλαδή, αφού δε μένει πια στην Αθήνα.

Αυτή ήταν μία ιδέα από τη συνάντησή μου με τη Μ. Η αλήθεια είναι ότι έχω την τύχη μέσα από τη δουλειά μου να συναντώ καταπληκτικούς ανθρώπους και να μοιραζόμαστε μοναδικές συναντήσεις.. μεγάλη τύχη!

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *