By admin On Sunday, September 27 th, 2015 · no Comments · In

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν υπαρξιακές ανησυχίες. Πολλοί έχουν βιώσει μία ή περισσότερες υπαρξιακές κρίσεις στη ζωή τους και κάποιοι απ’ αυτούς νοσούν από υπαρξιακή ψυχική δυσφορία ή υπαρξιακή κατάθλιψη. Ας τα πάρουμε λοιπόν με τη σειρά.

Τα υπαρξιακά ερωτήματα αφορούν καθολικά ζητήματα της ζωής, όπως το νόημα της ζωής, ο θάνατος, η μοναξιά και η ελευθερία. Ερωτήματα όπως: “ποιο είναι το νόημα της ζωής;”, “αυτή θα είναι μόνο η ζωή μου;”, “μήπως υπάρχει κάτι περισσότερο που πρέπει ν’ ανακαλύψω;”, “ζω τη ζωή μου όπως πραγματικά θέλω;”, “είναι φυσιολογικό να νιώθω μόνος μου;” συχνά συνοδεύονται από συναισθήματα άγχους, απομόνωσης, απελπισίας. Πολλοί άνθρωποι καταφέρνουν να τα απαντούν με επιτυχία ή -τουλάχιστον- να μη νιώθουν αβοήθητοι όταν τα θέτουν οι ίδιοι στον εαυτό τους.

Υπάρχουν βέβαια και περίοδοι της ζωής που τέτοια ερωτήματα αναδύονται και ζητούν επιτακτικά απάντηση και αυτό μπορεί να μας δυσκολέψει αρκετά. Μετά από σημαντικά γεγονότα, για παράδειγμα, όπως είναι μία απόλυση, ένας θάνατος αγαπημένου προσώπου, μία φυσική καταστροφή ή μία ασθένεια. Τότε είναι φυσικό λοιπόν ο άνθρωπος να ψάχνει βαθύτερα στον ψυχισμό του γι’ απαντήσεις, Συχνά μάλιστα οι άνθρωποι αναζητούν τη συνδρομή κάποιου ειδικού σε αυτή τη διαδικασία. Όταν λοιπόν τα ερωτήματα αυτά φαντάζουν δυσεπίλυτα και συνοδεύονται από συναισθήματα δυσφορίας, ο άνθρωπος περνάει μία υπαρξιακή κρίση. Μία τέτοια περίοδος βέβαια στη ζωή του ανθρώπου μπορεί να είναι και εξαιρετικά γόνιμη, αν αποτελέσει ευκαιρία γι’ αυτογνωσία.

Η υπαρξιακή κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από μία συνθήκη κατά την οποία ο άνθρωπος νιώθει “μικρός” και αβοήθητος ν’ αναμετρηθεί με ερωτήματα τέτοιας φύσεως. Συναισθήματα που νιώθει ο πάσχων μπορεί να είναι: άγχος θανάτου, θλίψη, έλλειψη ελέγχου, απαξίωση του εαυτού, έλλειψη νοήματος, απελπισία του τέλους της ζωής και άλλα. Η υπαρξιακή κατάθλιψη διαφοροποιείται από την υπαρξιακή αγωνία στο ότι το άτομο έρχεται σε επαφή με τον επικείμενο θάνατό του. Η υπαρξιακή κατάθλιψη δεν πρέπει να συγχέεται με τις άλλες μορφές κατάθλιψης ή -σε κάποιες περιπτώσεις- με τις αγχώδεις διαταραχές.

Υπάρχουν μάλιστα κάποιες ενδείξεις για το ότι η υπαρξιακή κατάθλιψη συναντάται συχνότερα στα “χαρισματικά” άτομα απ’ ότι στο γενικό πληθυσμό. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει με το γεγονός ότι αυτά τα άτομα τείνουν ν’ αναζητούν τις αιτίες των πραγμάτων πιο συστηματικά, είναι πιο ευαίσθητα και συχνά πιο τελειομανή. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκε και ο Κ. που επισκέφθηκε το γραφείο μου πριν από μερικά χρόνια. Ο Κ. ανέφερε λοιπόν ότι το πρώτο επεισόδιο σοβαρής υπαρξιακής κρίσης το είχε σε ηλικία 10 ετών, όταν είχε δεί ένα νεκρό σκυλί γυρνώντας από το σχολείο. Αυτό το επεισόδιο υπήρξε η αφετηρία πλήθους δυσκολιών που αντιμετώπισε τα επόμενα δύο χρόνια, όπως η εξαιρετικά μειωμένη του απόδοση στο σχολείο, οι διαταραχές ύπνου και η κοινωνική του απομόνωση, καθώς το ζήτημα του θανάτου και του νοήματος της ζωής είχαν διαταράξει την ευζωία του.

Τέλος, θα πρέπει να επισημάνω ότι η κλινική διάγνωση και η διαφοροδιάγνωση είναι σαφώς αντικείμενο των ψυχιάτρων. Η συνδρομή των ψυχολόγων όμως είναι σημαντικότατη, καθώς μέσω της συμβουλευτικής ή της ψυχοθεραπείας βοηθούν τους θεραπευόμενους στην απάντηση των παραπάνω υπαρξιακών ερωτημάτων ή – τουλάχιστον- τους βοηθούν ν’ ασχοληθούν παραγωγικά με αυτά.