By admin On Saturday, July 25 th, 2015 · no Comments · In

Ψυχοθεραπεία στα χρόνια της κρίσης είναι ένας σχηματικός τίτλος. Μου άρεσε γιατί μου θύμισε έναν αγαπημένο μου τίτλο, αν και όχι αγαπημένο βιβλίο. Το “Έρωτας στα χρόνια της χολέρας”. Γιατί όπως ο έρωτας είναι ένα ευγενές συναίσθημα, έτσι και η ψυχοθεραπεία είναι μία ευγενής διαδικασία, αφού κινητοποιείται από τη λαχτάρα του θεραπευόμενου για ποιοτική ζωή. Το κείμενο πραγματεύεται τις αλλαγές που παρατηρώ στους θεραπευόμενούς μου τις τελευταίες μέρες, με την απειλή της οικονομικής καταστροφής πάνω από την Ελλάδα. Πραγματεύεται επίσης κάποια συμπεράσματα από τη βία που όλοι μας υφιστάμεθα τις τελευταίες εβδομάδες.

Μία πρώτη παρατήρηση αφορά τις ανησυχίες που αναδύθηκαν στους ανθρώπους. Η ερώτηση που κάνω στους θεραπευόμενούς μου είναι “πρακτικά, πού πιστεύουν ότι θα τους επηρεάσουν τα τελευταία δεδομένα στη ζωή τους”. Οι απαντήσεις ήταν ποικίλες. “Νομίζω ότι δε θα μείνω ποτέ μόνος μου”, “ότι δε θα φύγω ποτέ από τη βαρετή δουλειά που κάνω”, “ότι δε θα βρω ποτέ δουλειά”, “ότι θα πρέπει να συντηρώ τους γονείς μου” κτλ. Αν κοιτάξει λοιπόν ο καθένας βαθιά μέσα του, θα καταλάβει ότι αναδύονται ουσιαστικά τα θέματα που διαχειριζόταν και πριν στη ζωή του, απλά τώρα φαντάζουν δυσεπίλυτα.

Το θέμα της προσωπικής επάρκειας λοιπόν ήταν αυτό με το οποίο φάνηκε να έρχονται πιο άμεσα αντιμέτωποι οι άνθρωποι. Πόσο “εξοπλισμένοι” είναι να διαχειριστούν τις νέες, δύσκολες συνθήκες; Πόσο ικανοί και προσαρμοστικοί; Γιατί η προσαρμοστικότητα είναι μία σημαντικότατη δεξιότητα που πρέπει να κατακτήσει ο άνθρωπος. Η δυσκαμψία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δυσκολία να ικανοποιηθεί κάποιος και -για να το πω απλοϊκά- όποιος δεν αλλάζει είναι πιο ευάλωτος στο να αναπτύξει παθολογία.

Η ανασφάλεια επίσης σίγουρα έριξε τις άμυνες των ανθρώπων. Άνθρωποι που ήταν και πριν μίζεροι ή φοβικοί, δε νιώθουν πλέον καμιά ανάγκη να το καμουφλάρουν. Ήταν λίγες μόνο μέρες μετά τον περιορισμό στις τραπεζικές συναλλαγές όταν μία κυρία, βλέποντάς με απλά να περπατάω στο δρόμο με την κυνηγοσκυλίτσα μου, με πλησίασε και μου είπε
“να δω τώρα που δε θα ‘χουμε να φάμε, πώς θα ταΐζετε τα σκυλιά σας” και έφυγε ικανοποιημένη. Μου πήρε κάποια ώρα να συνειδητοποιήσω από πού πήγαζε αυτή η ικανοποιήση. Ήταν μάλλον η ικανοποίηση μίας καταπιεσμένης μιζέριας που με τη δικαιολογία του πανικού, βρήκε το δρόμο της προς την επιφάνεια. Πόσο ικανοποιημένη από τη ζωή μπορεί να ήταν -προ κρίσιμων γεγονότων- η συγκεκριμένη κυρία;

Η ευγνωμοσύνη ήταν ένα συναίσθημα που αναδύθηκε σε πολλούς ανθρώπους, τουλάχιστον τις πρώτες μέρες. Οι -συνειδητοποιημένοι- άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν ευγνώμονες για όσα έχουν στη ζωή τους και αυτό είναι μάλλον κάτι θετικό που προέκυψε από την όλη κατάσταση. Η διαφορετική θέαση της ζωής δηλαδή. Ή για να είμαι πιο ακριβής, η δυνατότητα να δούμε τη ζωή μας διαφορετικά. Αν κάποιος το κατέκτησε αυτό, είναι ήδη κερδισμένος. Αν το είδε όλο αυτό δηλαδή σα μία ευκαιρία να υπερασπιστεί τη ζωή του με μεγαλύτερο ζήλο από πριν, να ξαναθυμηθεί τα σημαντικά και να έρθει σε επαφή με τις πιο βαθιές και ουσιαστικές επιθυμίες του, έχει αναπλαισιώσει την όλη κατάσταση προς όφελός του. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό κατόρθωμα και αποτελεί ίδιον των ανθρώπων που είναι προσανατολισμένοι στο να ευχαριστηθούν τη ζωή.

Όλο αυτό που ζήσαμε και θα ζήσουμε στο εξής είναι μία πρόκληση: Θα παραιτηθούμε ή θα μπούμε πιο δυναμικά στη ζωή; Θα μιζεριάσουμε ή θα δυναμώσουμε; Θα παραπονεθούμε ή θα διεκδικήσουμε; Εντύπωση μου έκανε ότι οι περισσότεροι θεραπευόμενοι δεν ακύρωσαν τα ραντεβού τους. Για την ακρίβεια είχα μόνο μία ακύρωση. Μεγαλύτερη εντύπωση μου έκαναν τα λόγια ενός θεραπευόμενου την “κρίσιμη εβδομάδα” προ του δημοψηφίσματος: “Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά και δεν υπάρχουν χρήματα, σε πειράζει να σε πληρώνω σε είδος; Με φρέσκα αυγά που στέλνει η μάνα μου από το χωριό ας πούμε” μου είπε χιουμοριστικά. Ίσως μέχρι τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο βαθιές αλλαγές είχε καταφέρει. Συγκινήθηκα και του το είπα.

Οι άνθρωποι που δεν παραιτούνται από τη διεκδίκηση μιας πιο ποιοτικής ζωής πάντα με συγκινούν.