By admin On Saturday, March 28 th, 2015 · no Comments · In

Το παρόν κείμενο ήθελα να το τιτλοφορήσω “Επικίνδυνοι Ψυχολόγοι”, αλλά, από φόβο ν’ακουστεί δραματικό, το απέφυγα. Στην πραγματικότητα όμως σε επικίνδυνους ψυχολόγους κι επαγγελματίες ψυχικής υγείας αναφέρεται, με στόχο να ενημερωθεί ο αναγνώστης για το τι σημαίνει ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής και τι όχι. Να αναφέρω επίσης ότι στην εποχή του ίντερνετ και της ευρείας ενημέρωσης, μεγάλη ευθύνη φέρει και ο θεραπευόμενος για την επιλογή του ειδικού και δεν προτίθεμαι να απαλλάξω τον όποιο θεραπευόμενο από τη συγκεκριμένη ευθύνη.

Αφορμή λοιπόν για άλλο ένα κείμενο που αφορά στις επικίνδυνες πρακτικές των επαγγελματιών του κλάδου μου, υπήρξε η (γλαφυρή) περιγραφή μίας φίλης σχετικά με την εμπειρία της από μία συνεδρία ψυχοθεραπείας:

“Της ζήτησα την άδεια ν’ ανάψω τσιγάρο και μου είπε να της προσφέρω κι εκείνης ένα. Πλησίασε την καρέκλα της και την έφερε στο πλάι μου, ώστε να διαβάζουμε από κοινού τα μηνύματα που της είχα πάει να διαβάσει. Άλλωστε το θέμα ήταν ενδιαφέρον. Πού και πού της ξέφευγε και μία βρισιά από αγανάκτηση προς την αποστολέα των μηνυμάτων. Αμέσως μετά με συμβούλεψε για το τι πρέπει να κάνω άμεσα.”

Η παραπάνω περιγραφή θα ήταν απόλυτα πρέπουσα, αν αναφερόταν σε δύο φίλες που μοιράζονται τα θέματά τους. Για μία συνεδρία ψυχοθεραπείας όμως δεν είναι ούτε πρέπουσα, ούτε επαγγελματική, ούτε ηθική.

Οι ψυχολόγοι δεν είναι φίλοι των θεραπευόμενων και αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Εννοείται ότι στη σχέση αυτή δημιουργούνται ανθρώπινα συναισθήματα και συναισθήματα φροντίδας. Αλίμονο, άλλωστε, στον ψυχολόγο που δεν έχει ως σημαντικότερο όπλο του το συναίσθημά του. Ο ρόλος τους όμως δεν είναι να δίνουν συμβουλές ή ­ακόμα χειρότερο­ να “κουτσομπολεύουν” όπως στην παραπάνω περίπτωση.

Ο ρόλος τους είναι ν’ αφουγκράζονται, να συναισθάνονται και να κατανοούν το θεραπευόμενο και στη συνέχεια, με όπλο αυτήν την κατανόηση, να τον υποστηρίζουν ν’ αναλάβει την ευθύνη της ζωής του και ν’ απαντήσει μόνος του τα ερωτήματά του.

Ένα άλλο παράδειγμα “επικίνδυνης” ειδικού ψυχικής υγείας είχα συναντήσει κάποτε σε μία κοινωνική συνάντηση. Πολλάκις έχω αναφερθεί στην ιστοσελίδα μου σε ειδικούς που δε φέρουν τα τυπικά προσόντα για ν’ ασκήσουν το επάγγελμα (πτυχίο πανεπιστημίου, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος τουλάχιστον). Η συγκεκριμένη επαγγελματίας λοιπόν έφερε ­και με το παραπάνω­ τα απαραίτητα τυπικά προσόντα. Διατεινόταν όμως ότι η ίδια δεν είχε χρειαστεί να κάνει ψυχοθεραπεία στη ζωή της, καθώς έλυνε τα θέματά της με αυτοπαρατήρηση και φιλοσοφία. Αυτό είναι τόσο απαράδεκτο από τόσες πολλές απόψεις που δυσκολεύομαι ν’ αρχίσω να τις απαριθμώ.

Δε νοείται ψυχοθεραπευτής που να μην έχει περάσει από την καρέκλα του θεραπευόμενου επί μακρόν και σε διάφορες φάσεις της ζωής του. Δεν μπορείς να κατανοήσεις, συναισθανθείς, υποστηρίξεις τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου, αν δεν έχεις ο ίδιος λάβει την ανάλογη φροντίδα. Οι θεραπευόμενοι προφανώς και δεν είναι αδύναμοι άνθρωποι που δεν ασκούν καλά την αυτοπαρατήρηση. Είναι άνθρωποι που αποφάσισαν ν’ αναλάβουν τις ευθύνες της ζωής τους με γενναίο τρόπο και να διερευνήσουν τους λόγους που τους εμπόδιζαν να το κάνουν. Όταν λοιπόν της έκανα τη συγκεκριμένη παρατήρηση, με ρώτησε πόσα χρόνια έχω κάνει ψυχοθεραπεία και μετά αποκρίθηκε ότι δεν είναι απ’ αυτούς τους κολλημένους με τα χρόνια σε κάποιον ψυχολόγο. Νομίζω ότι δεν έχω ακούσει μεγαλύτερη υποτίμηση του θεραπευόμενου και του ψυχολόγου. Κι αυτό γιατί προερχόταν από άνθρωπο που θεωρεί τον εαυτό του ικανό ν’ ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα.

Ο λόγος που καταπιάνομαι με το συγκεκριμένο θέμα κατ’ επανάληψη είναι ότι οι συγκεκριμένοι “ειδικοί ψυχικής υγείας” κάθε άλλο παρά ειδικοί και κατάλληλοι είναι να φροντίσουν τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη από τη συνδρομή του ψυχολόγου. Κλείνοντας, θα επαναλάβω ότι στην εποχή που ζούμε, την εποχή της πληροφόρησης, οι άνθρωποι που αναζητούν τους ειδικούς έχουν την ευθύνη της επιλογής τους ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή.