By admin On Monday, September 09 th, 2013 · one Comment · In

Η ιδέα γι’ αυτό το άρθρο ήρθε μετά από συζήτηση που είχα με μία φίλη και συνάδελφο. Η συζήτηση αφορούσε άλλη μία περίπτωση «ειδικού» και τη σχέση που ανέπτυξε με μία θεραπευόμενή της. Σκέφτηκα πώς είναι δυνατόν οι εκάστοτε θεραπευόμενοι να μην αντιλαμβάνονται πότε γίνεται κατάχρηση της θεραπευτικής σχέσης που οδηγεί στην εκμετάλλευση του θεραπευόμενου. Ίσως να μην υπάρχει πάντα κακή πρόθεση ή δόλος από της μεριά του «ειδικού». Ίσως κάποια περιστατικά να οφείλονται στην άγνοια ή την κακή του κρίση. Είναι όμως αυτό ελαφρυντικό; Θα έλεγα όχι. Όταν θεωρούμε τους εαυτούς μας επαρκείς και έτοιμους ν’ αναλάβουμε την ευθύνη της ψυχοθεραπείας, τα πρώτα στοιχεία που πρέπει να έχουμε κατακτήσει είναι αυτογνωσία και οριοθέτηση.

Παρακάτω λοιπόν παραθέτω κάποια αληθινά περιστατικά επικίνδυνης πρακτικής από πλευράς των ειδικών:
• Μία γνωστή μου λοιπόν, ψυχολόγος στο επάγγελμα, μου μίλησε κάποια στιγμή για την ψυχοθεραπεύτριά της. Έχουν τόσο καλή σχέση, λέει, ώστε πήγαν μαζί μέχρι και σε ένα συνέδριο ψυχολογίας. Και έμειναν στο ίδιο δωμάτιο!
Και τον προηγούμενο χρόνο της είχε συστήσει έναν άλλο θεραπευόμενό της, ο οποίος ήταν κι αυτός εργένης και έψαχνε εκείνη την περίοδο μία κοπέλα για να κάνει σχέση!

Ελπίζω να είναι προφανής για τον αναγνώστη η επικινδυνότητα της συγκεκριμένης πρακτικής. Οι ψυχολόγοι δεν είναι φίλοι με τους θεραπευόμενούς τους, ούτε έχουν κάποια άλλη κοινωνική σχέση. Η απόσταση που υπάρχει μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου είναι ζωτικής σημασίας για την ψυχοθεραπευτική δουλειά.
Στο πρώτο ραντεβού δεν παραλείπω να λέω στους θεραπευόμενους ότι η οικονομική παράμετρος της σχέσης μας δεν την κάνει σε καμία περίπτωση λιγότερο ανθρώπινη και ουσιαστική. Είναι απαραίτητο για το θεραπευτή να έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον και νοιάξιμο για το θεραπευόμενό του. Όσο όμως ανθρώπινη κι αν είναι αυτή η σχέση, τα όρια πρέπει να είναι σαφή και ξεκάθαρα.

• Τον προηγούμενο χρόνο είχα λάβει ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από μία κοπέλα που ήθελε να κρατήσει την ανωνυμία της. Μου έλεγε λοιπόν ότι πριν από χρόνια είχε απευθυνθεί σε έναν ψυχολόγο και ζήτησε τη συνδρομή του σε συμβουλευτική βάση. Η συνεργασία τους κράτησε ένα χρόνο. Δύο χρόνια μετά ξανασύναντήθηκαν και ενεπλάκησαν σε μία πιο προσωπική σχέση. Το ερώτημά της ήταν πώς ένιωθα εγώ γι’ αυτό; Τι γνώμη είχα; Ήταν σωστό ή όχι;

Αυτό τo email μου είχε προκαλέσει έκπληξη για διάφορους λόγους. Ο κυριότερος όμως ήταν ότι, αν υποθέσουμε ότι ήταν αληθινό, γιατί κάποιος/α θα ήθελε τη γνώμη κάποιας ειδικού που δεν έχει συναντήσει ποτέ στη ζωή του. Στο θέμα μας όμως. Προσωπική –και δη ερωτική- σχέση με θεραπευόμενο; Πρόκειται για ένα ζήτημα με αυτονόητη απάντηση. Ο θεραπευόμενος είναι ένας άνθρωπος που ακουμπάει στον ειδικό τα τραύματά του, τις απογοητεύσεις του, την ιστορία του, τις ελπίδες του, τα όνειρά του. Κι ο ειδικός είναι αυτός που δηλώνει επαρκής –επαναλαμβάνω- να τα ακούσει, να τα συναισθανθεί και να τα διαχειριστεί. Και δεσμεύεται ότι θα είναι εκεί μέχρι να ολοκληρωθεί η πορεία του ανθρώπου προς την αυτογνωσία. Το να εμπλακεί κάποιος/α ερωτικά με θεραπευόμενό του/της είναι κατάφωρη υπέρβαση των ορίων που προστατεύουν τις δύο πλευρές και συνιστά κατά τη γνώμη μου έναν από τους πιο σφοδρούς τρόπους εκμετάλλευσης του θεραπευόμενου, την ευθύνη για τον οποίο φέρει αποκλειστικά ο θεραπευτής.
Σε καμία περίπτωση δε θεωρώ ότι είναι απίθανο να υπάρξουν ρομαντικά ή ερωτικά συναισθήματα. Άλλωστε, τίποτα ανθρώπινο δε θα ‘πρεπε να μας ξενίζει ή να μας τρομάζει. Αυτά όμως πρέπει να λύνονται με εποικοδομητικό τρόπο εντός της θεραπείας ή στην προσωπική θεραπεία στην οποία οφείλει να επιστρέφει ο θεραπευτής όσο έμπειρος και ικανός θεωρεί ότι είναι.

• Σαν τελευταίο παράδειγμα επικίνδυνης τακτικής από πλευρά ειδικού, θα παραθέσω σχεδόν αυτούσιο ένα γράμμα που προωθήθηκε σε μένα από το Σύλλογο Ελλήνων Ψυχολόγων και αφορά μάι καταγγελία που έγινε για κάποιον «ειδικό». Το παρακάτω γράμμα δε χρειάζεται καν να το σχολιάσω. Δυστυχώς όμως είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν πολλές αντίστοιχες περιπτώσεις.
Καλησπέρα,

Πριν από ένα διάστημα συνέστησα την φίλη μου σε ψυχολόγο που με παρακολουθούσε στο πρόσφατο παρελθόν. Έκανα μάλιστα και την οικονομική συμφωνία καθώς εκείνη έχει οικονομικό πρόβλημα. Εντέλει γίνανε μόνο 2 συνεδρίες με κόστος 60 ευρώ. Καθυστερήσαμε την πληρωμή, κάτι που ο γιατρός γνώριζε καθώς γνώριζε την οικονομική δυσκολία. Σήμερα που της μίλησε στο τηλέφωνο, την απείλησε ότι θα κοινοποιήσει τους φακέλους μας/και τον δικό μου/ στο διαδίκτυο εάν δεν πληρωθεί μέχρι την Πέμπτη. Το χρέος φυσικά θα πληρωθεί άμεσα από πλευράς μου αλλά θέλω να μάθω εάν μπορώ να κάνω καταγγελία εις βάρος του.
Θεωρώ αποτρόπαιο το γεγονός ότι ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας τολμάει να απειλεί ασθενή του με τέτοιο τρόπο. Δεν μπορεί ο καθένας να απειλεί με διαπόμπευση τον ασθενή που τον εμπιστεύτηκε με τα προσωπικά δεδομένα του. Για οποιονδήποτε λόγο και αιτία.
Πως μπορώ να κινηθώ στο εξής? Είναι δυνατόν να επιτρέπεται να ασκεί το επάγγελμα του ψυχολόγου ένας άνθρωπος ο οποίος για οικονομικούς λόγους φτάνει στο σημείο να λέει ότι θα κοινοποιήσει προσωπικά μου στοιχεία και μάλιστα τους φακέλους των συνεδριών μας στο ιντερνετ?
Ξέρω πως δεν μπορώ να αποδείξω τίποτα από αυτά αλλά νοιώθω τόσο ενοχλημένη από την απειλή του που πραγματικά δεν θέλω να έχει πια τον φάκελο μου αυτός ο άνθρωπος.

Αν έχετε κάτι να συμβουλεύσετε θα το εκτιμούσα.

Κλείνοντας, θα πω ότι είναι σημαντικό και οι θεραπευόμενοι ν’ αναγνωρίζουν την ευθύνη τους απέναντι σε τέτοιες καταστάστεις. Να επιλέγουν τον ειδικό που θα εμπιστευθούν μετά από έρευνα, να κατανοούν τι σημαίνει «ψυχίατρος», «ψυχολόγος», «σύμβουλος ψυχικής υγείας» κτλ και να καταγγέλουν περιστατικά όπως το παραπάνω.